Οι «πολύρρηνες» και «πολυβούται» κάτοικοι της «βαθυλείμου» Άνθειας, όπως αναφέρονται δύο φορές στην Ιλιάδα Ι, 151,293, ανήκαν στους ευκατάστατους Μεσσηνίους, που αναγκάστηκαν να εκπατριστούν μετά το τέλος του Α΄ Μεσσηνιακού πολέμου. Οι κατακτητές Λακεδαιμόνιοι εγκαταστάθηκαν στον τόπο κατά το τελευταίο τέταρτο του 8ου αι. π.Χ. και φαίνεται ότι από τότε το νέο όνομα «Θουρία», που σημαίνει συνοικισμός κορυφής, άρχισε να εκτοπίζει το μυκηναϊκό τοπωνύμιο.

Στην κλασική εποχή η Θουρία έγινε «περίοικος» πόλη, καθώς οι Μεσσήνιοι κάτοικοί της, που υπήρξαν έμπιστοι των Λακεδαιμονίων απολάμβαναν κάποιων προνομίων έναντι των άλλων Μεσσηνίων υποτελών. Στο σεισμό του 464 π.Χ. οι κάτοικοι της πόλης προσπάθησαν να αποδεσμευθούν από τους Σπαρτιάτες και αφού προσεταιρίστηκαν τους Μεσσηνίους είλωτες κατέφυγαν και οχυρώθηκαν στην Ιθώμη. Όμως ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Μεσσηνία και να μεταφερθούν στη Ναύπακτο με τη βοήθεια των Αθηναίων.

Μετά την ίδρυση της Μεσσήνης, η Θουρία αποτέλεσε μέλος της ελεύθερης μεσσηνιακής πολιτείας. Μάλιστα σε ένα σημαντικό ψήφισμα γραμμένο σε οπισθόγραφη στήλη που βρέθηκε στην πόλη, γίνεται διευθέτηση των συνόρων της με τη Μεγαλόπολη, υπό τη διαιτησία της Πάτρας.   Η στήλη, που χρονολογείται γύρω στο 180 π.Χ., εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας στην Καλαμάτα.

Στα 182 π.Χ. η Θουρία μαζί με τις Φαρές και την Αβία αποσπάσθηκαν από τη Μεσσήνη και προσαρτήθηκαν ως ανεξάρτητες πόλεις στην Αχαϊκή Συμπολιτεία. Μετά τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.), ο Αύγουστος υπήγαγε τη Θουρία και πάλι στην κατοχή των Λακεδαιμονίων της Σπάρτης, ως τιμωρία, επειδή οι Μεσσήνιοι είχαν πάρει το μέρος του αντιπάλου του Αντωνίου.

Κατά την εποχή του Τιβερίου (25 μ.Χ.), όταν έγινε επαναοριοθέτηση των συνόρων μεταξύ Μεσσηνίας και Λακωνίας, πιθανόν να αποδόθηκε και πάλι στους Μεσσήνιους μαζί με την περιοχή των Φαρών. Όμως νομίσματα της Θουρίας, που κόπηκαν επί των πρώτων Σεβήρων (193-217 μ.Χ.), φέρουν τα αρχικά γράμματα των Λακεδαιμονίων, εμφανίζοντας τους Θουρεάτες ως Λακεδαίμονες.

Όταν ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφθηκε την περιοχή (2ος αι. μ.Χ.), ανέφερε ότι η πόλη από «ψηλά» είχε μεταφερθεί και εξαπλωθεί προς τα δυτικά, στις υπώρειες του λόφου. Τα επιβλητικά ερείπια των ρωμαϊκών θερμών στη θέση «Λουτρά», που σώζονται σε μεγάλο ύψος και σε άριστη κατάσταση διατήρησης στην περιοχή αυτή, επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες του περιηγητή.

Στην πόλη υπήρχαν πολλά ιερά , φαίνεται όμως ότι η Αθηνά ήταν ιδιαίτερα τιμώμενη θεότητα, αφού ο ιερέας της ήταν ο επώνυμος αξιωματούχος της πόλης. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι σε νομίσματα των Θουρεατών της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής εποχής απεικονίζεται η Αθηνά με κράνος, δόρυ στο αριστερό και φιάλη στο δεξί χέρι.

Πιθανόν ο τύπος αυτός να αντιστοιχεί στο λατρευτικό άγαλμα της θεάς, που υπήρχε στη Θουρία. Ένα ονομαστό ιερό της πόλης ήταν αφιερωμένο στη Συρία θεά, μια θεότητα ανατολικής προέλευσης που εισάχθηκε κατά τον 2ο αι. π.Χ. στην Ελλάδα (Δήλος) από την πόλη της βόρειας Συρίας Βαμβύκη ή Ιεράπολη. Η αρχική ονομασία της ήταν Ατάγαρτις και θεωρείτο ως μια μορφή της Αφροδίτης. Η λατρεία της γινόταν από θιάσους και στα ιερά της υπήρχαν δεξαμενές με ψάρια, που ήταν το σύμβολο της θεάς, η οποία αρχικά παριστανόταν ως ψάρι.

Στην πίσω όψη της οπισθόγραφης επιγραφής, στην οποία προαναφερθήκαμε, έχει χαραχθεί στην εποχή του Αυγούστου τιμητικό ψήφισμα για τον Λακεδαιμόνιο Δαμόχαρι, όπου αναφέρονται κάποια στοιχεία για το τελετουργικό της ξένης αυτής λατρείας κατά την οποία γινόταν μύηση με μυστηριακή τελετή για τη Συρία θεά σε ειδικό χώρο, «οίκος», και υπήρχε πομπή για τα μυστήρια.

Η ακρόπολη της κλασικής εποχής δεν εγκαταλείφθηκε πλήρως και συνέχισε να κατοικείται στους αυτοκρατορικούς χρόνους, στο μεσαίωνα και στην τουρκοκρατία.

Η αρχαία Θουρία ως «περίοικος» πόλη διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη Μεσσηνία αφού υπήρξε η σημαντικότερη πόλη της δυτικής Μεσσηνίας και η δεύτερη σε δύναμη πόλη μετά το 369 π.Χ. όταν ιδρύθηκε η Μεσσήνη. Γι αυτό και η θάλασσα από την Αβία και τις Φαρές μέχρι τις εκβολές του Παμίσου ποταμού ονομαζόταν «Θουριάτης κόλπος». Η ανασκαφή της Αρχαίας Θουρίας στη θέση «Παναγίτσα», σε απόσταση περίπου 10 χλμ. βορειοδυτικά της Καλαμάτας, ξεκίνησε το 2007 υπό τη διεύθυνση της τότε Προϊσταμένης της ΛΗ’ Ε.Π.Κ.Α. Μεσσηνίας Δρος Ξένης Αραπογιάννη και συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη έως και φέτος. Από το 2009 η ανασκαφή έχει γίνει συστηματική, υπό την αιγίδα της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, υπό τη διεύθυνση της τότε Προϊσταμένης της ΛΗ΄ ΕΠΚΑ Μεσσηνίας.

Τοπογραφία
Η αρχαία Θουρία ως «περίοικος» πόλη διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη Μεσσηνία αφού υπήρξε η σημαντικότερη πόλη της δυτικής Μεσσηνίας και η δεύτερη σε δύναμη πόλη μετά το 369 π.Χ. όταν ιδρύθηκε η Μεσσήνη. Γι αυτό και η θάλασσα από την Αβία και τις Φαρές μέχρι τις εκβολές του Παμίσου ποταμού ονομαζόταν «Θουριάτης κόλπος».

Τα ερείπια της αρχαίας πόλης εντοπίζονται σε επιμήκη ράχη, κατεύθυνσης από Β – Ν, που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 10 χλμ. βορειοδυτικά της Καλαμάτας, στη δεξιά πλευρά του δρόμου Καλαμάτας –Τρίπολης, βόρεια (σε απόσταση 2,5 χλμ.) της σημερινής κωμόπολης Θουρίας.

Η θέση έχει ταυτιστεί από επιγραφικά ευρήματα που αναφέρουν το όνομα της αρχαίας πόλης, ενώ κατά τον Παυσανία (4.31.1-2), ο οποίος έχει δώσει μια σύντομη περιγραφή της Θουρίας, εδώ βρισκόταν η ομηρική Άνθεια. Ο Στράβων αντίθετα ταυτίζει την πόλη με την ομηρική Αίπεια από τη λέξη αιπύς που σημαίνει ψηλός ή απότομος, καθώς η Θουρία ήταν κτισμένη πάνω σε ψηλό λόφο. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι δύο σύγχρονοι γειτονικοί οικισμοί που βρίσκονται στους δυτικούς πρόποδες του υψώματος έχουν ονομαστεί Άνθεια και Αίπεια.

Στο βόρειο άκρο του υψώματος, όπου τοποθετείται η αρχαία ακρόπολη, υπάρχει ορατό τμήμα του αρχαίου τείχους με ορθογώνιους πύργους, του 4ου αι. π.Χ., κτισμένο με επιμέλεια κατά το ισοδομικό σύστημα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα τεκτονικά σημεία που διακρίνονται ευκρινώς χαραγμένα στην επιφάνεια των δόμων του τείχους.

Στη νότια πλευρά της ράχης, υπάρχουν τμήματα τοίχων ή μεμονωμένων λιθοπλίνθων εντοιχισμένων σε β΄ χρήση στις σύγχρονες ξερολιθιές, καθώς και διάσπαρτα τμήματα ραβδωτών κιόνων.

Τμήματα του τείχους καθώς και οικοδομημάτων, εντοπίζονται τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική πλευρά της ακροπόλεως, ενώ στο νότιο πλάτωμα είναι ορατά τα θεμέλια μεγάλου κτιρίου, ίσως ναού, με ένα κίονα που σώζεται in situ.

Η πόλη πιθανόν διέθετε Θέατρο και Γυμνάσιο, ενώ μεγάλη ορθογώνια δεξαμενή νερού είναι ορατή στη δυτική πλευρά, κάτω από την ακρόπολη.

Το αρχαίο λατομείο ασβεστόλιθου από το οποίο γινόταν η εξόρυξη για την οικοδόμηση των κτιρίων της αρχαίας πόλης, έχει εντοπιστεί σε απόσταση περίπου 1 χλμ. βορείως της Θουρίας στη θέση γνωστή ως «Πριονιστά».

Σε ορισμένα σημεία μάλιστα είναι ορατά τα ίχνη του αρχαίου δρόμου από τον οποίο γινόταν η μεταφορά του οικοδομικού υλικού από το λατομείο στη πόλη.

Το εξαιρετικά εντυπωσιακό πλήθος διάσπαρτης κεραμικής σε μεγάλη έκταση καθώς και των λίθινων αρχιτεκτονικών μελών, φανερώνουν το μέγεθος της αρχαίας πόλης, που όμως έχει υποστεί τεράστιες καταστροφές, τουλάχιστον κατά τα τελευταία 100 χρόνια λόγω της εντατικής καλλιέργειας του πλούσιου εδάφους, γεγονός που είχε ως συνέπεια την αλλοίωση της μορφολογίας του χώρου.

Η θαυμάσια θέση, που δεσπόζει σε όλη την εύφορη πεδιάδα της Καλαμάτας προσφέροντας μια μοναδική θέα, με το όρος Ιθώμη στα βορειοδυτικά και τη θάλασσα στα νότια, κατοικήθηκε ήδη στην Προϊστορική εποχή.

Σαφή λείψανα κατοίκησης των ΠΕ και ΥΕ χρόνων έχουν εντοπιστεί στις τρεις χαμηλές κορυφές που σχηματίζονται στο νότιο άκρο της ράχης, στη θέση «Ελληνικά», όπου έχει ανασκαφεί μέρος μεγάλης μυκηναϊκής νεκρόπολης αποτελούμενο από 16 θαλαμωτούς τάφους,  ενώ βορειότερα, στην περιοχή της σημερινής Άνθειας, έχει έλθει στο φως μεγάλος θολωτός ηγεμονικός τάφος, με πλούσια ευρήματα.

Έρευνες

Σε ένα κοινό πρόγραμμα επιφανειακής έρευνας που πραγματοποιήθηκε στη Θουρία μεταξύ της ΛΗ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας και της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, υπό τη διεύθυνση της τότε Προϊσταμένης Δρος Ξένης Αραπογιάννη και του Διευθυντή της Ιταλικής Σχολής κ. Emanuele Greco και η οποία διήρκεσε από το έτος 2004 έως το 2009, έγινε τοπογραφική αποτύπωση των αρχαίων τειχών και των ορατών αρχαίων λειψάνων σε όλη την έκταση της αρχαίας πόλης, ενώ ακολούθησε και γεωφυσική έρευνα με τη χρήση γεωραντάρ.

Προκειμένου να γίνει ακριβέστερη χρονολόγηση των τειχών, διενεργήθηκαν στο πλαίσιο του Ερευνητικού Προγράμματος, τρεις δοκιμαστικές τομές, δύο στην κορυφή του τείχους της ακροπόλεως και μια στη βάση του.

Στις δύο πρώτες τομές, που έφθασαν σε βάθος 1,70μ. αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός πεσμένων λιθοπλίνθων στην εσωτερική πλευρά του τείχους, ενώ στην τρίτη τομή, σε βάθος μόλις 0,15μ., εμφανίστηκε το φυσικό έδαφος επάνω στο οποίο έχει θεμελιωθεί το τείχος. Ο μικρός αριθμός αποσπασματικής κεραμικής που συλλέχθηκε χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ., ενώ το μοναδικό νόμισμα που βρέθηκε στις υψηλότερες επιχώσεις, φέρει παράσταση Πήγασου στην μια όψη και του γράμματος Θ, χρονολογούμενο στον 2ο αι. μ.Χ.











































































ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΘΟΥΡΙΑΣ ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΑΝΤΛΗΣΑΜΕ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ  .:


Post A Comment: