Γράφει: Αντώνης Ι. Ελευθεριάδης, pronews.gr

Ακολουθεί συζήτηση για το Ουκρανικό με τον Σεβ. Μητροπολίτη Μεσσηνίας και Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρυσόστομο (Σαββάτο)

  Σεβασμιώτατε, αισθάνομαι βαθιά ικανοποίηση να συνομιλώ μαζί σας γύρω από εκκλησιαστικά θέματα, υψηλού πνευματικού ενδιαφέροντος, θέματα που αναφέρονται σε κομβικά προβλήματα που συνταράσσουν συθέμελα τις συνειδήσεις των σημερινών κοινωνιών, ιδιαίτερα της νεολαίας.

 

Έχω την εσωτερική πεποίθηση ότι κάθε συζήτηση μαζί σας είναι άριστος δείκτης σωστών κατευθύνσεων, ρεαλισμού και διδαγμάτων, χρήσιμων για τον ατομικό, κοινωνικό και εθνικό βίο μας. Είστε ένα επιφανές μέλος της σεπτής Ιεραρχίας της Αυτοκέφαλου Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος με επικεφαλής έναν Αρχιεπίσκοπο, τον Ιερώνυμο Β΄, προσεκτικό και επαρκώς μελετημένο θεολογικά και επιστημονικά, ιδιαίτερα στο χώρο της χριστιανικής αρχαιολογίας.

Διατηρώ δε την προσδοκία ότι η Ιεραρχία της τοπικής μας Εκκλησίας είναι ικανή να ανταποκριθεί στις προσδοκίες σύμπαντος του λαού του Θεού και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της απαιτητικής εποχής μας, γιατί περιλαμβάνει στις τάξεις της άξιους Ιεράρχες, ενάρετους θεολόγους, μορφωμένους κληρικούς μελετητές, καλούς συγγραφείς, άριστους ιεροκήρυκες, συνετούς ποιμένες της λογικής ποίμνης του Κυρίου.

Ας μου επιτραπεί, Σεβασμιώτατε, ύστερα από την εισαγωγική μου «φλυαρία», να θέσω στο τραπέζι της πρώτης συζήτησής μας ένα ζήτημα που δημοσιογραφικά παρουσιάζει μικρό ενδιαφέρον, θεολογικά όμως και εκκλησιολογικά είναι καίριο και εξόχως σοβαρό. Είναι η αναγνώριση εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, θέμα που θα συζητηθεί ασφαλώς στη Σύνοδο της προσεχούς Ιεραρχίας.

Επειδή όμως το Ουκρανικό δεν είναι δυνατόν να εξαντληθεί σε μια ολιγόλεπτη συζήτηση, να μου επιτρέψετε να το περιορίσω σε μία περίπτωση που ζυγίζει όμως τόνους σωτηριολογικής σπουδαιότητας. Επ΄αυτού λοιπόν θα ζητούσα να ακούσω την άποψή σας και γενικότερα τη δική σας θέση πάνω στο λεγόμενο Ουκρανικό Εκκλησιαστικό Πρόβλημα.

Σεβασμιώτατε, με την ευκαιρία μιας κοινωνικής συνάντησης γνώρισα κάποιον Ορθόδοξο Ουκρανικής ιθαγένειας. Σπουδαγμένος στο πανεπιστήμιο του Κιέβου, επιστήμων της πληροφορικής. Μου συστήθηκε με το όνομα Oleh Kyriyenko.

Ο Ολέγ γεννήθηκε και μεγάλωσε σε οικογένεια που εκκλησιαστικά υπαγόταν στον σχισματικό Φιλάρετο Ντενισένκο «Πατριάρχη Κιέβου». Οι πιστοί γύρω από τον Φιλάρετο υπερβαίνουν τα 12 εκατομμύρια.

Γνώρισε αργότερα μια Ελληνίδα Ορθόδοξο και παντρεύτηκαν στην Ουκρανία. Στην συνέχεια ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Εδώ για την ελλαδική Εκκλησία ήταν αυτός μεν άγαμος και η γυναίκα του ανύπανδρος και ο γάμος άκυρος. Απέκτησαν δυο παιδιά που δεν μπορούσαν να τα βαπτίσουν στην ενορία τους, επειδή ήταν σχισματικοί. Πήγαν στα Σκόπια για να βαπτίσουν τα παιδιά τους.

Με την αναγνώριση τώρα της ενωμένης ουκρανικής εκκλησίας φαίνεται πως η περιπέτειά τους πρόκειται να λήξει.

Ποιες σκέψεις λοιπόν σας γεννούν τέτοιες ιστορίες και ποια πρέπει να είναι η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος απέναντι στην πρωτοβουλία της Μητρός Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως που με εκκλησιαστικά και φιλάνθρωπα κριτήρια ένωσε τις διεστώσες εκκλησιαστικές διαφορετικότητες στην Ουκρανία και ανακήρυξε την Αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας;

 

Απάντηση: Το θέμα της Αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας, όπως και κάθε άλλου Αυτοκέφαλου, έχει όχι μόνο εκκλησιαστική αλλά και πολιτική διάσταση. Η πολιτική διάσταση του Αυτοκέφαλου σχετίζεται με όλη εκείνη τη διαδικασία, η οποία αφορά την «έκφραση» και κατάθεση του αιτήματος του λαού μέσω των πολιτικών αρχόντων των ώστε να αποδοθεί Αυτοκεφαλία στην αντίστοιχη Ορθόδοξη Εκκλησία του συγκεκριμένου Κράτους και την μετά ταύτα στήριξη του Αυτοκέφαλου από την πολιτική ηγεσία του Κράτους.

 

Η εκκλησιαστική διάσταση του Αυτοκέφαλου είναι πιο περίπλοκη αλλά και περισσότερο ουσιαστική ως προς την διαδικασία ανακήρυξης και εγκαθίδρυσής του. Οι προϋποθέσεις, οι αρχές και οι εκκλησιολογικοί όροι του Αυτοκέφαλου, προέρχονται μέσα από μια διαχρονική διαδικασία με την οποίαν εκχωρήθηκαν Αυτοκεφαλίες, και οι οποίες έχουν αποτυπωθεί και περιγραφεί στους αντιστοίχους Τόμους των Αυτοκεφαλιών, ήδη από τον 16ο αιώνα στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας, (βλ. Αυτοκέφαλο Εκκλησίας της Μόσχας), ενώ εφαρμόστηκαν συχνά – πυκνά, κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, με τις αντίστοιχες πάντοτε ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες ανακήρυξης κάθε ενός Αυτοκέφαλου.

 

Κύριος «διαχειριστής» του όλου ζητήματος της Αυτοκεφαλίας, σύμφωνα με την κανονική παράδοση, ήταν και είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δηλαδή ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδος, οι οποίοι και μεριμνούν για την όλη διαδικασία απόδοσης της Αυτοκεφαλίας στην κάθε Ορθόδοξη Εκκλησία ενώ μετά ταύτα επιβλέπουν και την εφαρμογή και λειτουργία της Αυτοκεφαλίας, σύμφωνα πάντοτε με τους όρους που διαλαμβάνονται στον συγκεκριμένο Τόμο παραχώρησης της Αυτοκεφαλίας.

Μια αντίστοιχη διαδικασία προς την Αυτοκεφαλία ακολουθήθηκε και για την Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ουκρανία, με τις αντίστοιχες ιδιαιτερότητες εξαιτίας των ιστορικών και πολιτικών συνθηκών και των εκκλησιαστικών δεδομένων.

 

Είναι γνωστό ότι εξαιτίας διαφόρων ιστορικών και πολιτικών εξελίξεων στην Ουκρανία δημιουργήθηκαν διάφορες εκκλησιαστικές ομάδες με τις οποίες διαιωνιζόταν ένα σχίσμα και ο λαός εκκλησιαστικά ήταν διηρημένος και διεσπασμένος για πολλά χρόνια. Έπρεπε λοιπόν αυτή η πολυετής και μακροχρόνια σχισματική κατάσταση να «θεραπευθεί» εκκλησιαστικά και μάλιστα με τη συμβολή της πολιτικής ηγεσίας της Χώρας. Όπερ και εγένετο.

 

Η «θεραπεία» της συγκεκριμένης σχισματικής κατάστασης έπρεπε να επιτευχθεί μέσα από τη συνοδικότητα και όχι μέσα από «πολιτικούς» ελιγμούς ή «κοσμικές» μεθοδεύσεις και με τις αρχές της κανονικότητας και της εκκλησιαστικής παράδοσης. Επιπλέον η «θεραπεία» αυτή έπρεπε να ενεργοποιηθεί σε «καιρούς και χρόνους» ώριμους, ώστε το Αυτοκέφαλο να μπορεί να λειτουργήσει εκκλησιολογικά και ανεξάρτητα από τις όποιες αντιδράσεις, προθύστερες ή μεθύστερες (βλ. Αυτοκέφαλο Εκκλησίας Αλβανίας ή Εκκλησίας της Ελλάδος).

 

Έτσι λοιπόν και για το Αυτοκέφαλο στην Ουκρανίας ακολουθήθηκε μια αντίστοιχη κανονική διαδικασία απόδοσης Αυτοκεφαλίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως Μητέρα Εκκλησία, αφού η περιοχή της Ουκρανίας ανέκαθεν αποτελούσε κανονικό έδαφος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έστω και αν υπό όρους και προσωρινά ανατέθηκε στο Πατριαρχείο Μόσχας η εκκλησιαστική διαχείριση της συγκεκριμένης επαρχίας με την Πράξη του 1686. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο λοιπόν είχε και έχει το αποκλειστικό δικαίωμα, όταν κρίνει ότι ο «καιρός» είναι κατάλληλος εκκλησιαστικά και πολιτικά, για τη συγκεκριμένη εκκλησιαστική του επαρχία, να παραχωρήσει υπό όρους το Αυτοκέφαλο, αποκόπτοντας αυτήν από το δικαιοδοσιακό του σώμα και να την καταστήσει «Θυγατέρα» Εκκλησία.

 

Θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης ότι η υπό όρους απόδοση της Αυτοκεφαλίας δε σημαίνει υποτίμηση της συγκεκριμένης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας αλλά έκφραση της «προστατευτικής και προληπτικής μέριμνας» της Μητέρας Εκκλησίας προς της «Θυγατέρα» Εκκλησία, μέχρι η δεύτερη να αποκτήσει «πείρα» λειτουργίας και εφαρμογής του συστήματος της Αυτοκεφαλίας, γι’ αυτό και οι όροι αυτοί μπορούν να αναθεωρηθούν, όταν, εξαιτίας της ωριμότητάς της, της αποδοθεί και η πατριαρχική αξία.

 

Α. Ελευθεριάδης: Σύμφωνα με την προηγούμενη αναφορά σας, δεν υπάρχει παρέκκλιση από τα κανονικά δικαιώματα που ασκεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο παλαιόθεν.

 

Σεβ. Μεσσηνίας: Με βάση λοιπόν τις παραπάνω ιστορικές και εκκλησιολογικές αναφορές δεν υφίσταται καμία κανονική παρέκκλιση ως προς την αρχή και το ποιος παραχωρεί το Αυτοκέφαλο στην συγκεκριμένη Εκκλησία της Ουκρανίας αλλά και κάθε άλλο Αυτοκέφαλο.

 

Ο τρόπος λοιπόν επίλυσης των προβλημάτων που σχετίζονται με την επίτευξη μιας ενωμένης τοπικής Εκκλησίας προκειμένου να οδηγηθεί με τρόπο κανονικό στην Αυτοκεφαλία είναι αποκλειστικό δικαίωμα και αρμοδιότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κανενός άλλου Ορθό-δοξου Πατριαρχείου ή Αυτοκέφαλης Εκκλησίας .

 

Ελευθεριάδης: Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί η Ρωσική Εκκλησία αντιδρά τόσο έντονα σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και μάλιστα προσωπικά εναντίον του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου;

 

Σεβ. Μεσσηνίας: Εξαιτίας της μη αναγνώρισης από μέρους του Πατριαρχείου Μόσχας του κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη συγκεκριμένη περιοχή της Ουκρανίας και στη βάση της παρερμηνείας του γράμματος και του πνεύματος του Τόμου του 1686. Με το σκεπτικό αυτό το Πατριαρχείο Μόσχας δημιούργησε διάφορες μεθοδεύσεις ώστε αφενός να «αποδομηθεί» το συγκεκριμένο Αυτοκέφαλο και αφετέρου να «διεθνοποιηθεί» το όλο ζήτημα, παγία και συνήθης άλλωστε τακτική του Πατριαρχείου Μόσχας στα διάφορα διορθόδοξα προβλήματα που κατά καιρούς αναφύονται. Και οι δυο αυτοί σκοποί βέβαια οργανώθηκαν όχι με μέσα εκκλησιαστικά αλλά με κοσμικά και με αποκλειστική μέριμνα την υπονόμευση της όλης διαδικασίας του Αυτό-κεφάλου της Εκκλησίας της Ουκρανίας.

 

Ελευθεριάδης: Το Πατριαρχείο της Μόσχας και μερικοί δικοί μας θεολόγοι επικαλούνται το επιχείρημα ότι στην ενωμένη Ουκρανική Εκκλησία πολλοί επίσκοποι είναι «αχειροτόνητοι», στερούνται δηλαδή της αποστολικής διαδοχής ή και ανήθικοι.

 

Σεβ. Μεσσηνίας: Ας δούμε λοιπόν το σκεπτικό του επιχειρήματος της «αποδόμησης» του Αυτοκέφαλου από μέρους του Πατριαρχείου Μόσχας, και ελαχίστων δικών μας κληρικών. Το επιχείρημα είναι ότι έγινε «αντικανονική» αναγνώριση αχειροτόνητων (ή και ανήθικων) σχισματικών Ουκρανών ιεραρχών. Το θέμα νομίζω ότι είναι ανάγκη να προςεγγισθεί με βάση την κανονική και πατερική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

Διαφεύγει μάλλον ή ηθελημέναδεν αναφέρεται από τους υποστηρικτές του παρόντος επιχειρήματος ότι η ένταξη σχισματικών ομάδων και παρεκκλησιαστικών οργανώσεων στην κανονικότητα είναι μια διαδικασία η οποία υπαγορεύεται από την αρχή της «εκκλησιαστικής οικονομίας» (βλ. Μεγ. Βασιλείου και της αναγνώρισης-αποκατάστασης επισκόπων οι οποίοι προέρχονταν ή χειροτονήθηκαν από αιρετικούς- Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος) με την οποίαν εκφράζεται η φιλάνθρωπη διάθεση και έκφραση της Εκκλησίας προς εκείνους οι οποίοι επιζητούν «εν μετανοία» την ένταξή τους στο σώμα της Εκκλησίας.

 

Η ενεργοποίηση αυτής της φιλάνθρωπης διάθεσης εκκλησιολογικά «προκαλείται» με την άσκηση από μέρους τους της εκκλήτου προσφυγής προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο Οποίος αποκλειστικά και μόνο Αυτός έχει το κανονικό και αναφαίρετο δικαίωμα αλλά και την αρμοδιότητα να κρίνει το αίτημα των συγκεκριμένων σχισματικών (βλ. εκκλησιολογικά και ως ανήθικων), «εν Συνόδω» να το εξετάσει και να αποφανθεί για τον τρόπο αποκατάστασης και ένταξής τους στους κόλπους της Εκκλησίας. Το ποιος είναι ή δεν είναι σχισματικός άλλωστε, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο, καθορίζεται και προσδιορίζεται από τη Σύνοδο και όχι από μεμονωμένα πρόσωπα ή ομάδες.

 

Η έκκλητος προσφυγή λοιπόν, ως διαδικασία στα πλαίσια άσκησης της εκκλησιαστικής και φιλάνθρωπης οικονομίας από την Εκκλησία, θεραπεύει «πάσα νόσο» εκκλησιαστική ή κανονική γι αυτό και οι μέχρι πρότινος σχισματικοί επίσκοποι της Ουκρανίας εντάχθηκαν στην κανονικότητα, δηλαδή στην Εκκλησία, έτσι όπως υπαγορεύεται και περιγράφεται από το κανονικό δίκαιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

Ελευθεριάδης: Ορισμένοι λέγουν ότι θα μπορούσε μία Πανορθόδοξη Σύνοδος να είχε επιληφθεί του ζητήματος. Είναι σωστό αυτό;

 

Σεβ. Μεσσηνίας: Η δεύτερη μέθοδος «αποδόμησης» του συγκεκριμένου Αυτοκέφαλου από μέρους του Πατριαρχείου Μόσχας είναι η «διεθνοποίηση» του όλου θέματος. Αφορά δηλαδή την ανάπτυξη μιας επιχειρηματολογίας περί απόδοσης Αυτοκεφαλίας μόνο από Πανορθόδοξη  Σύνοδο.

 

Ήταν ένα θέμα το οποίο συζητήθηκε κατ’ επανάληψη στις Προσυνοδικές Διασκέψεις και μάλιστα υποστηρίχθηκε σθεναρά από τους εκπροσώπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο γνώριζε ότι θυσίαζε τα δικαιώματά του εν ονόματι της Πανορθόδοξης ενότητας. Αντίθετα όμως προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο το Πατριαρχείο Μόσχας αντιδρούσε επίμονα στην υιοθέτηση συγκεκριμένου κειμένου περί μιας πανορθοδόξης διαδικασίας ανακήρυξης Αυτό-κεφάλου όπως και για την εισαγωγή ενός συγκεκριμένου κειμένου προς έγκριση στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη 2016), με επιχειρήματα μάλιστα τα οποία υποτιμούσαν ή υποβάθμιζαν την όλη διαδικασία.

 

Σήμερα λοιπόν, με βάση τη συνήθη ανακολουθία του, το Πατριαρχείο Μόσχας επαναφέρει το αίτημα για πανορθόδοξη επίλυση του θέματος, παραπληροφορώντας και πολλές άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, για το δίκαιο του συγκεκριμένου αιτήματος αλλά και με το επιχείρημα ότι «απαιτείται» μια γρήγορη και εσπευσμένη επίλυση δήθεν του Ουκρανικού Αυτοκέφαλου με μια Πανορθόδοξη Σύνοδο προκειμένου να αποφευχθεί το σχίσμα. Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι συγκεκριμένο. Πότε άλλοτε και για ποιο Αυτοκέφαλο κατά το πρόσφατο παρελθόν (βλ. Αυτοκέφαλο Τσεχίας – Σλοβακίας) συνεκλήθη Πανορθόδοξη Σύνοδος με σκοπό είτε την ανακήρυξη του είτε την αναγνώριση του;

Απορία προκαλεί όμως το γεγονός ότι κάποιες από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, επαναλαμβάνουν άκριτα τα ίδια επιχειρήματα του Πατριαρχείου Μόσχας είτε περί αντικανονικότητας των ενταχθέντων σχισματικών (ή και «ανήθίκων») Ουκρανών επισκόπων στους κόλπους της κανονικής Εκκλησίας είτε περί της ανάγκης σύγκλησης Πανορθόδοξης Συνόδου, αγνοώντας ή παραθεωρώντας de facto και dejure τις παραπάνω υφιστάμενες κανονικές αρχές και την πατερική παράδοση για τα συγκεκριμένα ζητήματα.

 

Ελευθεριάδης: Σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο, η απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη για Αυτοκεφαλία κάποιας Εκκλησίας υπόκειται στην κριτική Συνόδου τοπικής Εκκλησίας ή είναι αρκετή η μνημόνευση από τον Πρώτο κάθε Τοπικής Ορθόδοξης εκκλησίας του Πρώτου μιας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας που όρισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης με την αναγραφή του ονόματος του στα Δίπτυχα;

Σεβ. Μεσσηνίας: Αυτό αποτελεί επίσης μια νέα επιχειρηματολογία για τα κανονικά δεδομένα μιας Αυτοκεφαλίας.

Προβάλλεται δηλαδή το πρωτόγνωρο επιχείρημα της συνοδικής αναγνώρισης του συγκεκριμένου Αυτοκέφαλου από τις τοπικές Συνόδους των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, κάτι το οποίο ουδέποτε και για κανένα άλλο Αυτοκέφαλο δεν εφαρμόστηκε μέχρι σήμερα.

 

Η αναγνώριση ενός Αυτοκέφαλου από τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες, χωρίς άλλη συνοδική απόφαση, είναι η αδιαφιλονίκητη συνεπαγωγή αναγνώρισης αφενός του αναφαίρετου κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχου να ανακηρύσσει μόνο Αυτός Αυτοκεφαλίες και αφετέρου της μόνης κανονικής υποχρέωσης του Πρώτου κάθε τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να συμπεριλάβει στα Δίπτυχα το όνομα του Προκαθημένου της νέας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας. Αυτή η μνημόνευση είναι αποκλειστικό δικαίωμα του Πρώτου κάθε τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και δεν το ασκεί «κατ’ εξουσιοδότηση» συνοδική.

 

Επίσης η προτεινόμενη ως διαδικασία αναγνώρισης Αυτοκέφαλου από τοπική Σύνοδο μιας άλλης Ορθόδοξης Εκκλησίας συνεπάγεται την εκχώρηση του αναφαίρετου δικαιώματος του Πρώτου στη τοπική Σύνοδο της συγκεκριμένης Ορθόδοξης Εκκλησίας, ώστε η Σύνοδος να αποφασίσει για την εγγραφή στα Δίπτυχα του Προκαθημένου της νέας Αυτοκέφαλου Εκκλησίας, και την άμεση αμφισβήτηση του κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχου να εκχωρεί Αυτοκεφαλίες, μάλιστα σε Εκκλησίες οι οποίες ήταν στα όρια της δικής του δικαιοδοσίας. Επιπλέον η υιοθέτηση μιας τέτοιας διαδικασίας θέτει στη κρίση μιας άλλης τοπικής Συνόδου τη συνοδική απόφαση περί Αυτοκεφαλίας η οποία ελήφθη από Σύνοδο υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη.

 

Ελευθεριάδης: Ούτως εχόντων των πραγμάτων, πού οφείλεται η συνεχιζόμενη αμφισβήτηση από τη Μόσχα του κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχη να εκχωρήσει την Αυτοκεφαλία της Ουκρανικής Εκκλησίας και ποιά είναι η «αλάλητη» σκοπιμότητά της;

 

Σεβ. Μεσσηνίας: Πίσω από όλες αυτές τις μεθοδεύσεις μια και μοναδική επιδίωξη υπάρχει από μέρους του Πατριαρχείου Μόσχας. Η αμφισβήτηση του αδιαμφισβήτητου κανονικού δικαιώματος του Οικουμενικού Πατριάρχου, ως Πρώτου στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ανατολής, να εκχωρεί Αυτοκεφαλίες και να εκδικάζει έκκλητες προσφυγές όχι μόνο ιεραρχών των επαρχιών του αλλά και των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών.

 

Την ίδια μεθοδολογία αμφισβήτησης του πρωτείου του Κωνσταντινουπόλεως στην Ανατολή εφήρμοσε και κατά το παρελθόν τα ο Πατριαρχείο Μόσχας με τα κείμενα του Διαλόγου με τους Ρωμαιοκαθολικούς (βλ. Κείμενο Ραβέννας) και με την όλη διαδικασία προετοιμασίας και σύγκλησης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Κρήτη, 2016).

 

Νομίζω λοιπόν ότι είναι πολυτέλεια με τέτοιους είδους μεθοδεύσεις ο Ουκρανικός λαός να μην μπορεί να βιώσει την εκκλησιαστική του ενότητα αλλά να βρίσκεται σε μια αγωνία συνεχούς σχίσματος ενώ συγχρόνως να εμφωλεύει και ο κίνδυνος δημιουργίας εσωτερικών διχοστασιών σε κάποιες άλλες τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίας προκειμένου να ικανοποιηθούν οι επιδιώξεις του Πατριαρχείου Μόσχας περί «τρίτης Ρώμης» αλλά και οι «φόβοι» και οι επιφυλάξεις κάποιων Προκαθημένων.


Post A Comment: