Ο Ιωάννης Καρακίτσος ήταν σπουδαία προσωπικότητα της ελληνικής επανάστασης από το χωριό Κατσαρού, λησμονημένος και χωρίς να είναι ευρύτερα γνωστή η σπουδαιότατη προσφορά του στον Αγώνα του 1821. Γεννήθηκε στα 1785 όπως αναφέρει ο ίδιος σε ένορκη κατάθεσή του στο Ειρηνοδικείο Οιχαλίας, και πέθανε σε προχωρημένη ηλικία, πάνω από 90 ετών.

 

Τα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας και της Επανάστασης αποκαλούνταν «το στοιχειό της Γουβάλας ή ο Αράπης της Γουβάλας» – Γουβάλα καλείται το βουνό ανατολικά πάνω από το χωριό Κατσαρού.

 

Το 1865 σε ηλικία 80 ετών και γεωργός στο επάγγελμα, κατέθεσε ενόρκως για τη συμμετοχή του συμπολεμιστή του Δημ. Αδαμόπουλου, από το συνοικισμό Τσαούσι της Μερόπης, στον Αγώνα του 1821.Τον Ιούνιο του 1878 αναφέρεται ως Υπολοχαγός της προικοδοτούμενης Φάλαγγος, δηλαδή συνταξιοδοτείτο.

 

 

Ο ΟΡΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ

 

Ήταν γιος του κλέφτη Παναγιώτη Καρακίτσου, του «γερο-Παναγιώταρου», όπως αναφέρει ο ίδιος σε διήγησή του. Ο πατέρας του Γιάννη, ο Παναγιώτης Καρακίτσος προύχοντας από το Κατσαρού , που ήταν διορισμένος από τον πασά της Ανδρούσας για να παρακολουθεί τα κινήματα των κλεφτών και αρματολών -και ο οποίος τουναντίον βοηθούσε το έργο τους- στα 1806 βρήκε σε μία ράχη της Σκάλας, που σήμερα ονομάζεται Παλουκόραχη, το φρικτό θάνατο του ανασκολοπισμού μαζί με πολλούς άλλους από τον Καχαγιάμπεη, που ήταν ο πασάς της Ανδρούσας.

 

Ήταν 13 χρόνων τότε ο Γιάννης Καρακίτσος που αντίκρισε τον πατέρα του πάνω στο παλούκι να βασανίζεται. Μέσα του θέριεψε το μίσος ενάντια στον τύραννο και από τότε φερόταν πολύ άσχημα στους Τούρκους. Πολύ σύντομα έγινε ύποπτος και για να γλιτώσει αναγκάστηκε μαζί με τον αχώριστο φίλο του Δρούλια να φύγουν για την πόλη. Εκεί τον πήρε υπό την προστασία του ο Νικηταράς. Όταν αργότερα ήρθε ο Παπαφλέσσας, γνωρίστηκε μαζί του κι έγινε και αυτός μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

 

Το παλούκωμα του πατέρα του στάθηκε καθοριστικό γεγονός για τη δράση του. «Εγώ θα ήμουν τότε το πολύ ίσαμε 10-12 χρονών παιδάκι, κι έβλεπα, κι άκουγα που φώναζε και σπαρτάραγε ο πατέρας μου, με τους άλλους κλέφτες απάνου στα παλούκια. Σα μεγάλωσα αποφάσισα να εκδικηθώ το παλούκι του πατέρα μου και των άλλων Μεσσηνίων».

 

Όλοι τη Σκάλα την τηράν και βλέπουν και τη ράχη

Αφού σουβλίζουν γίγαντες οι Τούρκοι από τα πάθη

Ο εγγονός του Αποστόλης Καρακίτσος (τον θυμάμαι, ένας γίγαντας. Ήμουν 6-7 χρόνων όταν πέθανε), τέως οπλαρχηγός του ελληνοτουρκικού και βορειοηπειρωτικού αγώνα, που υπηρετούσε στο σώμα το Ρώμα και φίλος αχώριστος του Λορέντζου Μαβίλη, γνωστός στην οικογένειά μας ως Αποστολαράς, ήταν ιστορικός συγγραφέας και ποιητής και έχει γράψει ποίημα για το συγκεκριμένο γεγονός, το οποίο σώζεται πλέον προφορικά:

 

Λίγο νεράκι Γιάννη μου

εκάηκε η καρδιά μου

άναψε το στήθος μου

και όλα τα σωθικά μου

Και τότε ο Γιάννης πέταξε σαν αετός στο ρέμα

και με το φέσι του νερό του φέρνει πονεμένα

«Αυτά που είδες Γιάννη μου βάλ’ τα μες στην ψυχή σου

και εκδίκηση να πάρεις τώρα ευθύς ορκίσου».

Και ο Γιάννης ορκίστηκε με μάτια δακρυσμένα

«Πατέρα η Επανάσταση αρχίζει από μένα».

Ο ίδιος ο Καρακίτσος είχε πει πως ο Τούρκος έχυσε το νερό από το φέσι του και τον έδιωξε.

Ο Τούρκος που ήταν παρευθύς μια κοντακιά του δίνει

πέφτει το φέσι απ’ τα χέρια του και το νερό του χύνει.

 

ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

Ο Καρακίτσος πρόλαβε να εξιστορήσει γεγονότα από τον Αγώνα, που είναι καταγεγραμμένα στο αρχείο του Σ. Τασιόπουλου και δημοσιεύθηκαν στον τοπικό Τύπο τον Μάρτιο 1940.  «Ο Γιαννάκης λοιπόν αυτός ο Καρακίτσος από του Κατσαρού, του τέως Δήμου Οιχαλίας της Μεσσηνίας, όστις ήταν και φαλαγγίτης εκείνου του καιρού, μας διηγείτο τα εξής για το ιστορικό αυτό γεγονός της Καλαμάτας»:

 

«Πήρα μερικούς δικούς μου Κατσαραίους -το Γάτση τον Καρζή, τον Κουρούση, τον Τράγο, το Μαργαρίτη, μερικούς Ρερέους, το Μήτρο, το Τάση, το Θοδωράκη, το Χρόνη, τον Αγγελή, τον Κανέλλο από τα Καλύβια του ίδιου Δήμου Οιχαλίας και τον Δημοκάββουρα και τον Λατζούνη από τη Σκάλα Οιχαλίας, και όλη τη νύχτα της 21-22 Μάρτη του 1821 έστησα καρτέρι, έβαλα διάφορα καραούλια κάτω στην άκρη του χωργιού, πούνε τα ριζώματα του Κατσαρού και της Σκάλας, που περνούσε ο δρόμος της Καλαμάτας για το Λοντάρι και για την Ντροπολιτσά.

 

Απάνω στα γλυκοχαράματα της 21-22 του Μάρτη του 1821, εσκότωσα τον Ποστιάρη-ταχυδρόμο, τον Τάταρη των Τούρκων που πήγαινε την πόστα -το ταχυδρομείο- της Καλαμάτας στο Λοντάρι και στη Ντροπολιτσά και μαζί με 20 άλλους που σκοτώσαμε έπιασα ζωντανό τον γαμπρό του Σουλεϊμάν Αρναούτογλου, του Βοεβόδα της Καλαμάτας -τον Μουσταφά- που ήταν γιος του Τούρκου εκείνου Μουσταφά, λοχαγού εκ των καλυτέρων αξιωματικών του Κεχαγιάμπεη, που είχε παλουκώσει τον πατέρα μου στην Παλουκόραχη της Σκάλας, κι αφού τον παλούκωσα κι εγώ, απάνω στην ίδια ράχη της Σκάλας που σήμερα λέγεται Παλουκόραχη, του πήρα δυο σφραγισμένα έγραφα πούφερε κατακρέατα μέσα στο γκόρφο του, και αφού τάδωσα και τα διάβασε ο τότε γέρος προεστός της Σκάλας ο Πούλος ο Πουλόπουλος, και μας είπε ότι αυτά γράφανε και λέγανε πως οι Τούρκοι της Καλαμάτας είχαν ανακαλύψει την επανάσταση της 25 Μαρτίου του 1821 και ότι ειδοποιούσαν τους Λονταρίτες και Ντροπολιτσιώτες Τούρκους, να στείλουν βοήθεια στην Καλαμάτα για να πνίξουν την επανάσταση, γιατί οι Μεσσήνιοι και οι Μανιάτες θα σήκωναν την επανάσταση προ της 25 Μαρτίου.

 

Σαν τα διάβασε ο γέρο Πούλος και τρόμαξε που είδεν ότι οι Τούρκοι τόξεραν για την επανάστασή μας, είπε να τα πάμε στη Καλαμάτα και να τα παραδώσουμε στους Καπετανέους, που όλοι εκεί μαζεμένοι, όπως τούπε ο Μητροπέτροβας πούχε κι αυτός πάει με μερικούς από την Ανδανίαν, επήγα στην Καλαμάτα με τον ξάδελφό μου το Μήτρο το Ρερέ από τα Καλύβια και μαζί με άλλους Κατσαραίους και Ρερέους, πούχαμε μαζί μας εγώ και ο Ρερές, ήρθε μαζί μας και ο Δημοκάββουρας με το Λατζούνη. Ο Δημοκάββουρας ήταν γαμπρός του γέρο Πούλου του προεστού της Σκάλας.

Σαν άφησα και σούρπωσε καλά, αφήκα τ’ άλλα παιδιά έξω εκεί κοντά στο μπάσιμο της Καλαμάτας, που μπένουμε απ’ τα Ασπρόχωμα. Επήρα το Ρερέ και πήγαμε στο σπίτι του Τζάνε πούνε στη Φραγκόλιμνα, κατά το Κάστρο, και έδωσα τα έγγραφα στους Καπετανέους που είχανε Συμβούλιο εκείνη τη νύχτα 21-22 του Μάρτη. Τα έγγραφα τάδωκα στον Μητροπέτροβα και εκείνος τάδωκε στον Κολοκοτρώνη. Στο Συμβούλιο εκείνο εκείνης της νύχτας 21-22 ήταν οι εξής Καπετανέοι: Ο Πετρόμπεης ο Μαυρομιχάλης κι ο γιος του ο Λιάς ο Μαυρομιχάλης, ο Μούρτζινος, ο Κυβέλος, ο Τζάνες, ο Πατριαρχέας, οι Καπετανάκηδες, ο Κυριακός, ο Δαρειώτης, ο Παπατσιώνης, ο Μητροπέτροβας, ο Βασιλάκης, ο Στρούμπος, ο Μασουρίδης, ο Παπαφλέσσας, ο Κεφάλας, ο Νικηταράς, ο Κολοκοτρώνης, κι εγώ με το Ρερέ.

 

Σα διαβάσανε τα έγγραφα κι έγινε κάποια σοβαρά συζήτηση, γιατί ο Πετρόμπεης ήθελε να μην αρχίση ακόμη την επανάσταση, αλλά ν’ αφήσουν ν’ αρχίση από την Αγία Λαύρα στις 25 του Βαγγελισμού, ο δε Παπαφλέσσας με τον Κολοκοτρώνη επέμεναν, τότε, αφού το δέχτηκαν κι όλοι οι άλλοι, κι ο Πετρόμπεης, να αρχίση από την Καλαμάτα πρώτα και ν’ αρχίση από τη νύχτα της 22-23, απεφάσισαν όλοι μαζί τα εξής: Συνεφώνησαν όλη την ημέρα της 22ας να ετοιμασθούν και να ειδοποιήσουν, όσο το δυνατόν, και όλα τα χωργιά της Καλαμάτας νάρθουν και αυτά να τους βοηθήσουν.

 

Σα διελύθη το Συμβούλιο, σαν άγγελοφιλιθήκανε, σαν ευχηθήκανε το “Χριστός Ανέστη, το Καλή Ανάστασι και το Ελευθερία ή Θάνατος”, επήρα το Ρερέ, γυρίσαμε στους άλλους κλέφτες που μας περίμεναν κι αφού τους είπαμε ό,τι έγινε στο Συμβούλιο, τη νύχτα της 22-23 πολιορκήσαμε την Καλαμάτα, την αυγή της 23 παρεδόθησαν οι Τούρκοι και κοντά στο απόγιομα της ίδιας ημέρας εκάναμε μια πολύ μεγάλη δοξολογία στο ποτάμι της Καλαμάτας, εκεί κοντά στους Αγιαποστόλους.

 

Στη δοξολογία εκείνη ήσαν 18 παπάδες και μεις οι λαϊκοί, θάμασταν απάνω από 3 χιλιάδες. Το γλέντι πούγινε κείνο το βράδυ δεν περιγράφεται, και την άλλη μέρα στις 24 του Μάρτη, εγώ με τους δικούς μου, ο Ρερές με τους δικούς του, ο Μητροπέτροβας με τους δικούς του κι ο Δημοκάββουρας με τον Λαντζούνη, τραβήξαμε για την απάνου Μεσσηνία τραγουδώντας και ντουφεκίζοντας και φωνάζοντας “ζήτω η Επανάστασις”. Σα φθάσαμε στη Σκάλα και φιλήσαμε το χέρι του γέρο Πούλου πούκλαιγε απ’ τη χαρά του, και φάγαμε και ήπιαμε καλά, στα στερνά ερρίξαμε απανωτά τρεις μπαταργιές. Μια εγώ με τους δικούς μου, μια ο Ρερές με τους δικούς του και μια ο Μητροπέτροβας με τους δικούς του και με τους Σκαλαίους, το γέρο-Πούλο και τον Δημοκάββουρα. Τα πάνου χωργιά σηκώθηκαν στο ποδάρι και σε λίγο ακούστηκαν κάνα δυο-τρεις μπαταργιές από τα χωριά της Γαράντζας  και της Οιχαλοανδανίας.

 

Σα φύγαμε από τη Σκάλα φθάσαμε στην Αλλαγή και κει σαν πήραμε μαζί μας και μερικούς άλλους χωρικούς, τραβήξαμε για τα Ντερβενοχώρια και σε λίγες ημέρες, σα σμίξαμε με το Νικηταρά και το Κολοκοτρώνη, τραβήξαμε και δώσαμε την πρώτη μάχη με τους Τούρκους στη Καρύταινα. Για την αλήθεια απάνου σ’ αυτό το ιστορικό της Καλαμάτας, μαρτύρησαν (σημείωση: εννοεί πως ήταν αυτόπτες μάρτυρες όσων περιέγραψε) πλην άλλων και οι εξής γόνοι και απόγονοι των εργασθέντων και των παρευρεθέντων στην άλωσι της Καλαμάτας και στη δοξολογία των επαναστατών: Λυκούργος Πέτροβας δήμαρχος Ανδανίας, Παναγιώτης Πέτροβας δικηγόρος, Όθων Πέτροβας ιατρός και βουλευτής, Όθων Παπατσιώρης, Ιωάννης Παπατσιώρης, Αθαν. Κάββουρας δικηγόρος, Μιχ Πουλόπουλος αστυνόμος, Δημήτριος Καρακίτσιος δημοδιδάσκαλος, Δημήτρης Καρζής ιατρός, Παναγ. Κουτσουμπέλης οικονόμος και δημοδιδάσκαλος, Ιωάν. Μαργαρίτης, Ανδρ. Γιαννόπουλος Σακελλάριος και δημοδιδάσκαλος, Κωνσ. Σταθόπουλος δημοδιδάσκαλος και ταμειακός υπάλληλος, Παναγ. Γάτσης, Θεοδ. Τράγος, Αναγνώστης Νικολαΐδης δήμαρχοι αμφότεροι Οιχαλίας ως και βουλευταί και πληρεξούσιοι Μεσσηνίας ως και ο Δημήτριος και ο Ανδρέας Ρερές και ο εμός πατήρ, οι οποίοι ήκουσον το άνω γεγονός από το ίδιο στόμα των μαρτύρων που ανέγραψαν το ιστορικό γεγονός της Καλαμάτας».

 

Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΣΟΥΛΤΑΝΟΥ

 

Μαζί με τ’ άλλα ο Τούρκος ταχυδρόμος έφερνε και το παρακάτω έγγραφο που ερχόταν από τον σουλτάνο και του οποίου το περιεχόμενο, φύλαξε η παράδοση μέσα στην οικογένεια των Καρακιτσαίων από το ίδιο στόμα του Γιάννη Καρακίτσου:

 

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ – ΙΡΑΔΕΣ(ΔΙΑΤΑΓΜΑ)

 

Αυτά τα ιοβόλα ερπετά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της Πελοποννήσου, άτινα ονομάζονται Έλληνες προεστοί, να εξαφανιστούν δια πυρός και μαχαίρας. Τα κτήματά τους ας διανεμηθούν εις τους πιστούς Οθωμανούς. Αι οικίαι τους να συντριβούν τοιουτοτρόπως ώστε ούτε αλέκτωρ να εκφωνεί εις το μέλλον. Να μεταδοθεί τάχιστα εις άπαντα τα φρούρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας της Πελοποννήσου. Η μέρα εκτελέσεως ορίζεται η 31η Μαρτίου 1821.

 

ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΜΑΧΕΣ

 

Ο Καρακίτσος συμμετείχε σε σημαντικές μάχες, Βαλτέτσι, Τριπολιτσά, Δερβενάκια και εκτός Πελοποννήσου.

 

Στις 27/5 του 1825 μαζί με άλλους Κατσαραίους, τον Λάσκαρη και τον Σιάγκρη και με την στήριξη του Γ. Κολοκοτρώνη και του Παπατσώνη, απέτρεψε την κατάληψη του Κατσαρού από τους Άραβες που είχαν στρατοπεδεύσει στην περιοχή Τσαούση με στόχο να συνεχίσουν προς την Αρκαδία.

 

Ο Κολοκοτρώνης γράφει στην έκθεσή του προς το εκτελεστικό σώμα (28/5/1825):

 

«Χθες είχον κάμει κίνημα οι εχθροί κατά των εδικών μας εις Κατσαρού. Ο υιός μου Γενναίος έδωσεν βοήθεια και ούτως αποκρουσθέντες οπισθοδρόμησαν , χωρίς ν’ ακολουθήσει τι το αξιοσημείωτον».

 

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΓΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΑΝΤΑΡΣΙΑ

 

Σημαντικό περιστατικό στον βίο του υπήρξε η «εμπλοκή» του κατά τον εμφύλιο πόλεμο 1824-1825, κατά την διάρκεια του οποίου, ως φίλος του Κολοκοτρώνη, τάχθηκε με την παράταξή του και κατά των κυβερνώντων Γ. Κουντουριώτη – Ι. Κωλέττη. Γι’ αυτό και κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην «ανταρσία». Γίνηκε διοικητική ανάκριση εναντίον του, αλλά η ανακριτική επιτροπή, με έκθεσή της στο Υπ. Αστυνομίας από 26 Μαρτίου 1825, αποφάνθηκε ότι «….εξετάσαντες λοιπόν αυτούς και μη έχοντας δεδομένα έγγραφα ανά χείρας μας και αξιόπιστους μαρτυρίας, και τα όσα από τους λόγους των ηκούσαμεν, δεν ημπορούμεν διόλου να καθυποβάλωμεν αυτούς εις την ενοχήν της ανταρσίας και καθυποβάλλο μεν υπ’ όψιν του εξόχου τούτου υπουργείου…».

 

Από την σύλληψή του και μέχρι την αθώωσή του κρατήθηκε σε ελεγχόμενο σπίτι-φυλακή στην πόλη του Ναυπλίου, μαζί με άλλους σπουδαίους Αγωνιστές -μεταξύ τους και ο Μητροπέτροβας- σε συνθήκες που περιγράφονται στην παρακάτω επιστολή, την οποίαν υπογράφουν όλοι οι εγκλεισμένοι.

 

«Προς το Σεβαστόν Βουλευτικόν Σώμα

Οι υποφαινόμενοι, κινήσαντες έκαστος από τα ιδίας επαρχίας ήλθομεν αυτόκλητοι δια να προσθέσω μεν εις την συμπάθειαν της Διοικήσεως, και να δείξω μεν την ευπείθειαν και υποταγήν εκάστου εις τους νόμους. Αλλ’ ενθάδε ελθόντες βιαζόμεθα να δοκιμάζω μεν μέγιστα και ανυπόφορα δεινά, καθότι εγκλεισθέντες εις τούτο το οσπίτιον χείρον και της φυλακής όν, διωρίσθη περί πλέον και έξωθεν στρατιωτική φρουρά εμποδίζουσα την είσοδον οποιουδήποτε και σιμά των όσα από το ψύχος δοκιμάζομεν, με το να είναι το οσπίτιον τούτο και αδιόρθωτον και στενόν δια να μας χωρίση, εμποδίζεται και η είσοδος αυτών των αναγκαίων, οικείων και δούλων προς εξοικονόμησίν μας. Αφήνομεν ότι είναι μερικοί εξ ημών εις όχι καλήν κατάστασιν υγείας, και ότι αν εισέτι διαρκέση η ενταύθα φυλάκισίς μας, έπεται να αρρωστήσωμεν από το υπερβολικόν ψύχος, και εις αυτήν την ζωήν να κινδυνεύσωμεν.

Διό παρρησιαζόμενοι, δια της παρούσης ταπεινής ημών αναφοράς, και παριστάνοντες εις την Σεβ. Διοίκησιν, την στενοχώριαν μας και τον εκ ταύτης κίνδυνον της ζωής μας, παρακαλούμεν θερμώς, όπως δείξει και προς ημάς το μητρικόν αυτής έλεος, και δώση την άδειαν και το ελεύθερον, δια να εξοινονομηθώμεν έκαστος, προς διαφύλαξιν της υγείας μας και ζωής, δια τα οποία ταύτα προσφέρομεν και επαγγελλόμεθα το απαιτούμενον και καθήκον ημών σέβας, υπόκλισιν και ευπείθειαν προς την Σεβ. Διοίκησιν και μένομεν ευσεβάστως.

Τη 23 Ιανουάριου 1825 εν Ναυπλίω.

Οι ταπεινοί και ευπειθείς πατριώται:

 

Χρύσανθος Σισίνης, Αναστάσιος Κατζαρός, Μήτρος Αναστασόπουλος, Δημήτριος Παπατζώνης, Μητροπέτροβας, Γιάννης Κρίτζαλης, Γιάννης Καρακίτζος».

 

 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

 

Ο Ιωάννης Καρακίτσος δεν σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Ευτύχισε να δει την πατρίδα ελεύθερη. Δυστύχησε, όμως, από τη μεγάλη φτώχεια στο δειλινό της ζωής του.

 

Μετά την απελευθέρωση επιστρέφει στο χωριό του, το Κατσαρού, με τον καρδιακό του φίλο Δρούλια. Εκεί ασχολείται με τη γεωργία, αλλά καθώς φαίνεται αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, αφού τον Ιούλιο του 1845 στέλνει ιδιόχειρη επιστολή με την οποίαν απευθύνεται στον I. Κωλέττη ζητώντας βοήθεια και στην οποία δηλώνει ότι στερείται τον «άρτον τον επιούσιον».

 

Μόλις τον Ιούνιο του 1878 αναφέρεται ως Υπολοχαγός της προικοδοτούμενης Φάλαγγος, δηλαδή παίρνει σύνταξη.

 

Παραπομπές:

 

1. Φ. Χρυσανθόπουλος, 1888, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, τυπ. Π. Σακελάρριου

2. Γενικά Αρχεία του Κράτους, Παράρτημα Καλαμάτας, αρχείο Φερέτου

3. Ν. Καράμπελας, 1962, Μεσσηνιακό Βιογραφικό Λεξικό, σελ. 151, εκδ. Νέστωρ

4. Εφημερίδα «Θάρρος», 22, 23 και 24/3/1940

5. Πέτρος Τζώρτζη (Τυρταίος), εφημερίδα «Θάρρος», 13/4/1940

6. Το χωριό Μέλπεια

7. Το χωριό Σαντάνι

8. Περιοδικό «Τριφυλιακή Εστία», τόμος 2, τεύχος 9, 1976 (αρχείο Σ.Τασιόπουλου)

9. Γ. Λύρας, lyrasi.blogspot.gr

10. Γ. Μεγρέμης, δάσκαλος χωριού Κατσαρού.

***

Όλοι την Σκάλαν την τηράν

και βλέπουν και τη ράχη

οπού σουβλίζουν γίγαντες

οι Τούρκοι από τα πάθη.

Ο Καρακίτσος ίστανται

στο πλάι σουβλισμένος,

τον γιο του βλέπει απέναντι

που είναι καταθλιμμένος.

Λίγο νεράκι Γιάννο μου,

εστέρεψε η καρδιά μου,

στεγνώσανε τα χείλη μου

και όλα τα σωθικά μου.

Ο Γιάννος τότε πέταξε

σαν τον αετό στο ρέμα

και με το φέσι του νερό

φέρνει για τον πατέρα.

Ο Τούρκος που ήταν παρευθύς

μια κοντακιά του δίνει,

πέφτει το φέσι από τα χέρια του

και το νερό του χύνει.

Αυτά που είδες Γιάννη μου

βάλτα μες στη ψυχή σου

και εκδίκηση να πάρεις

τώρα ευθύς ορκίσου.

Τότε ο Γιάννης του λέει πονεμένα:

«Πατέρα η επανάσταση θ’ αρχίσει από μένα».

*Το ποίημα αυτό το έγραψε ο εγγονός του Αποστόλης (Αποστολάρας) Καρακίτσος




Post A Comment: