Ομόφωνα ένοχος κρίθηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καλαμάτας -και καταδικάστηκε όπως και πρωτόδικα σε 17 χρόνια κάθειρξης- ο 43χρονος Αλβανός που κατηγορείτο για μία από τις πιο ειδεχθείς απόπειρες ανθρωποκτονίας που έχουν ποτέ γίνει στη χώρα μας: τον τεμαχισμό με αλυσοπρίονο των χεριών και των ποδιών της συζύγου του, στις 11 Απριλίου του 2009 μέσα στο διαμέρισμά της στην Καλαμάτα.

Στην αίθουσα του δικαστηρίου βρισκόταν και ο μεγάλος γιος του ζευγαριού, 16 χρόνων σήμερα, ο οποίος ήρθε από την Αλβανία με τον θείο του (αδερφό του πατέρα του) για να συμπαρασταθεί στον πατέρα του. Ο μεγάλος γιος του ζευγαριού ήταν τότε 12 ετών κι ο μικρότερος 9 ετών, και μετά την επίθεση στη μητέρα τους φιλοξενήθηκαν για λίγο καιρό σε ξενώνα από το «Χαμόγελο του Παιδιού», ενώ μετά τους πήραν οι γονείς του κατηγορούμενου στην Αλβανία.

Ο κατηγορούμενος, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, υπήρξε στη διάρκεια της κοινής ζωής του ζευγαριού ένας οξύθυμος άνθρωπος, που χτυπούσε τη γυναίκα του πάνω στα νεύρα του - «με έβριζε και με χτυπούσε αν δεν του άρεσε κάτι», ανέφερε η ίδια στο δικαστήριο. Αυτό όμως που έκανε τους πάντες στην αίθουσα να απορήσουν ήταν όταν ο κατηγορούμενος στην απολογία του υποστήριξε πως «η αγάπη με έφτασε εκεί και τρελάθηκα». Η σύζυγός του -που όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, ο κατηγορούμενος την έβαζε και δούλευε σε μπαρ για να παίρνει αυτός τα χρήματα- τού είχε ανακοινώσει δύο μήνες πριν προσπαθήσει να τη σκοτώσει ότι έχει δεσμό με έναν άλλο άντρα και σταματάει τη δουλειά. Τότε η γυναίκα εργαζόταν σε ένα μπαρ στο Χανδρινού και τροφοδοτούσε τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό του ζευγαριού, ο οποίος -σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο- είχε 60.000 ευρώ. Οταν η παθούσα μίλησε στον κατηγορούμενο για τη σχέση της με τον άλλον άντρα, εκείνος -σύμφωνα με τον Ελληνα σύντροφο της γυναίκας ο οποίος κατέθεσε χθες στο δικαστήριο- την κλείδωσε για τρεις μέρες στο σπίτι του στη Βέροια και πριν την αφήσει να φύγει για την Καλαμάτα, της πήρε το βιβλιάριο καταθέσεων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εισαγγελέας Εφετών χαρακτήρισε την πράξη του κατηγορούμενου προμελετημένο έγκλημα και είπε ότι η ίδια θα τον καταδίκαζε σε ισόβια κάθειρξη, χωρίς το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας που του αναγνώρισε το πρωτόδικο δικαστήριο, ή οποιοδήποτε άλλο ελαφρυντικό.

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Η σύζυγος του κατηγορούμενου, η οποία μένει πλέον με τον Ελληνα σύντροφό της, μπορεί και περπατάει με μικρή δυσκολία. Στην κατάθεσή της είπε ότι ήρθαν μαζί με τον κατηγορούμενο στην Ελλάδα το 1998 και δούλευαν στα χωράφια. Ομως το 2006 ο άντρας της τής είπε ότι θα βγάζει περισσότερα λεφτά αν δούλευε σε μπαρ κρατώντας συντροφιά σε άντρες. Με το σύζυγό της είπε ότι έμεναν σε διαφορετικές πόλεις κι ότι αυτός εργαζόταν πού και πού, ενώ τον τελευταίο καιρό πριν προσπαθήσει να τη σκοτώσει είχαν απομακρυνθεί. Τα παιδιά τους έμεναν στην Αλβανία και εκείνος στη Βέροια. Τα παιδιά τα έφερε κάποια στιγμή μαζί του στην Καλαμάτα ο κατηγορούμενος, οπότε εκείνη για να κρατήσει τα παιδιά μαζί της νοίκιασε ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα, και ο Ελληνας σύντροφός της -ο οποίος εν τω μεταξύ τη σταμάτησε από τη δουλειά στο μπαρ- μετακόμισε σε μια γκαρσονιέρα στην ίδια πολυκατοικία.

Η γυναίκα είπε ακόμη ότι νωρίτερα, το Φεβρουάριο, είχε πάει να βρει τον κατηγορούμενο στη Βέροια όπου του είπε ότι έχει σχέση με άλλο άντρα. Εκεί τσακώθηκαν και τη χτύπησε. Οταν τον Απρίλιο πήγε ο κατηγορούμενος στην Καλαμάτα με τα παιδιά τους η παθούσα κατέθεσε ότι την παρακαλούσε να τα ξαναβρούν, ενώ αυτή του έλεγε ότι δεν γίνεται. Μάλιστα είπε ότι ο κατηγορούμενος, παρόλο που ήταν ένας άνθρωπος πολύ νευρικός, τις δέκα εκείνες μέρες που έμεινε στην Καλαμάτα φερόταν πολύ ήρεμα και βγήκε για καφέ μαζί της και με τον σύντροφό της. Μάλιστα ζήτησε και δουλειά για να βρίσκεται κοντά στα παιδιά τους: Ο νέος σύντροφος της γυναίκας τού βρήκε εργασία στο εργοτάξιο της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη, αλλά ο κατηγορούμενος έμεινε εκεί μόνο λίγες ώρες κι έφυγε, λέγοντας -σύμφωνα πάντα με την παθούσα- ότι θα φύγει τελικά στη Θεσσαλονίκη για να βρει δουλειά εκεί.

ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ

Την ημέρα της επίθεσης, η παθούσα είπε ότι ξύπνησε και άρχισε να ετοιμάζει τα ρούχα τα δικά του και των παιδιών γιατί ο σύζυγος θα έφευγε τελικά για τη Θεσσαλονίκη. Τίποτα, όπως είπε η γυναίκα, δεν προμήνυε τι έχει στο μυαλό του -και όταν της είπε να πάει να δει αν έχει τελειώσει το πλυντήριο δεν υποψιάστηκε φυσικά τι θα ακολουθούσε.

Ο κατηγορούμενος την ακολούθησε στο μπάνιο, τη γονάτισε μπροστά στην μπανιέρα και φράζοντάς της το στόμα με το ένα χέρι, τη χάραξε με το άλλο μ' ένα μαχαίρι στο στήθος και το λαιμό. «Φοβήθηκα μην έρθουν τα παιδιά και με βρουν μέσα στα αίματα και άρχισα να καθαρίζομαι», είπε στο δικαστήριο η ίδια. Ομως πριν ξεπεράσει το πρώτο σοκ, ο κατηγορούμενος επέστρεψε αυτή τη φορά με το αλυσοπρίονο στα χέρια. «Δεν ξέρω πώς βρέθηκα μέσα στην μπανιέρα, όλα έγιναν σε δευτερόλεπτα, κούναγα χέρια και πόδια για να ξεφύγω και αυτός έκοβε με το αλυσοπρίονο», είπε χαρακτηριστικά. Οταν τελείωσε το αποτρόπαιο έργο του την άφησε, για να ξεψυχήσει στην μπανιέρα.

«Εφυγε αμέσως, άκουσα να κλείνει η πόρτα και δεν μπορώ να καταλάβω ούτε εγώ πώς βρήκα τη δύναμη και σύρθηκα στο σαλόνι», είπε η γυναίκα. Εκεί -συνέχισε τη μαρτυρία της- «τράβηξα με τα δόντια το τραπεζομάντιλο, έπεσε το τηλέφωνο και πάτησα με το σαγόνι ένα κουμπί». Ευτυχώς για την ίδια απάντησε ο Ελληνας σύντροφός της και το μόνο που πρόλαβε να πει ήταν «με σκότωσε», μετά το τηλέφωνο «πέρασε στη μουσική».



ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ:

«ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ»



Ο αστυνομικός που πρωτοαντίκρισε τη γυναίκα μέσα σε μια λίμνη αίματος περιέγραψε στο δικαστήριο πώς έφτασε στο σπίτι της κι έσπασε την πόρτα. Είπε ότι βρισκόταν σε περιπολία και ένα αυτοκίνητο άρχισε να του κάνει σήμα με τα φώτα: Οταν έφτασε κοντά, ο κατηγορούμενος βγήκε, πλησίασε το περιπολικό και σε έξαλλη κατάσταση του είπε «σκότωσα τη γυναίκα μου». Στην αρχή ο αστυνομικός σάστισε και δεν τον πίστεψε, όμως όταν πρόσεξε τα αίματα και τα δύο παιδιά στο αυτοκίνητο να φωνάζουν μαμά, τον έβαλε στο περιπολικό και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι. Στη διαδρομή ο κατηγορούμενος του έλεγε «πάμε να την προλάβουμε», όπως κατέθεσε ο αστυνομικός, ο οποίος φτάνοντας στο διαμέρισμα χτύπησε την πόρτα και άκουσε ένα ψίθυρο «σπάσε την πόρτα». Το έκανε, μπήκε μέσα και -όπως κατέθεσε- «τα έχασα, αμέσως φώναξα στο συνάδελφο να κρατήσει τα παιδιά στη σκάλα».

Εν τω μεταξύ το ασθενοφόρο είχε φτάσει, και με τη βοήθεια του κατηγορούμενου έβαλαν την ακρωτηριασμένη γυναίκα στο ασανσέρ και την κατέβασαν στο ασθενοφόρο. Το ότι ζει σήμερα οφείλεται στην γρήγορη αντίδραση της Αστυνομίας, στους γιατρούς του Νοσοκομείου Καλαμάτας που κατάφεραν να ελέγξουν την ακατάσχετη αιμορραγία και στη σύντομη αεροδιακομιδή της στην Αθήνα, όπου υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις για να μπορεί σήμερα να σταθεί στα πόδια της, όπως είπε ο δικηγόρος της Παναγιώτης Νέλλας.



ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ: ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΜΕΝΟ ΕΓΚΛΗΜΑ

Ως μια από τις πιο στυγερές απόπειρες ανθρωποκτονίας στα ελληνικά χρονικά χαρακτήρισε η εισαγγελέας Εφετών Καλαμάτας την επίθεση με το αλυσοπρίονο του κατηγορούμενου στη γυναίκα του. Στην αγόρευσή της τόνισε ότι όπως προέκυψε από τις περιγραφές της κοινής τους ζωής, ο κατηγορούμενος είναι ένας άνθρωπος επιθετικός και βίαιος, που δεν δίσταζε να εκμεταλλεύεται οικονομικά τη γυναίκα του, εξωθώντας την να δουλεύει σε μπαρ προσφέροντας συντροφιά σε άντρες. Μάλιστα σύμφωνα με την εισαγγελέα το κίνητρο για να σκοτώσει τη γυναίκα του ήταν οικονομικό, γιατί αυτή ήταν που τον συντηρούσε, αλλά αποφάσισε να τον εγκαταλείψει.

«Ηθελε να της προκαλέσει βασανιστικό θάνατο, γι' αυτό επιχείρησε με σκληρό και βασανιστικό τρόπο να τη σκοτώσει με το αλυσοπρίονο», είπε η εισαγγελέας. Και εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι χρησιμοποίησε το αλυσοπρίονο για να πεθάνει εκείνη από ακατάσχετη αιμορραγία.

Οπως είπε η εισαγγελέας σε άλλο σημείο της αγόρευσής της, ο κατηγορούμενος είχε σχεδιάσει να σκοτώσει τη γυναίκα του και αυτό φαίνεται από το ότι αγόρασε το αλυσοπρίονο από τη Μεσσήνη, την προηγούμενη ημέρα. Η απόδειξη αγοράς βρέθηκε μέσα στο αυτοκίνητό του από τους αστυνομικούς της Ασφάλειας Καλαμάτας, μαζί με το ματωμένο αλυσοπρίονο. Μετά την αγορά του, το αλυσοπρίονο το έκρυψε ο κατηγορούμενος σε μια εσοχή του τοίχου στο διάδρομο του διαμερίσματος, απέναντι ακριβώς από το μπάνιο όπου τεμάχισε τη γυναίκα του. Μαζί είχε κρύψει ένα σκοινί 10 μέτρα και ένα μαχαίρι. Μάλιστα, πριν προχωρήσει στην αποτρόπαια πράξη του έδιωξε τα παιδιά από το σπίτι, προτρέποντάς τα να κατέβουν κάτω για να παίξουν.



Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Ο κατηγορούμενος στην απολογία του ήταν χειμαρρώδης και ο λόγος του ασυνάρτητος. Στα γεγονότα που περιέγραψε δεν υπήρχε μια λογική αλληλουχία και μπέρδευε το πριν με το μετά, ενώ επαναλάμβανε ότι θόλωσε από αγάπη και έφτασε εκεί που έφτασε. Εκεί που αντέδρασε -όταν άκουσε την απόφαση- ήταν στο ότι μετά την έκτιση της ποινής του θα απελαθεί στην Αλβανία, χωρίς να έχει το δικαίωμα να επιστρέψει ξανά στην Ελλάδα.

Πάντως αυτό που ο κατηγορούμενος δεν έπαψε να λέει ξανά και ξανά στην διάρκεια της απολογίας του ήταν ότι αγαπούσε πολύ τη σύζυγό του και ήθελε γι' αυτή μια καλύτερη ζωή. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι εκείνη ήταν που ήθελε να δουλέψει σε μπαρ, γιατί δεν ήταν ευχαριστημένη από τα μεροκάματα που έπαιρναν στα χωράφια και τη σκληρή δουλειά που κάνουν οι εργάτες γης. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι αρχικά δεν γνώριζε ποια είναι η νέα δουλειά της γυναίκας του και το έμαθε περίπου 8 μήνες μετά, όταν μέσω ενός γραφείο ευρέσεως εργασίας πήγε να δουλέψει σ' ένα μπαρ στην Κέρκυρα.

Στην απολογία του αναφέρθηκε επίσης πολλές φορές στα δύο παιδιά τους, τα οποία μεγαλώνουν στην Αλβανία με τους γονείς και τον αδελφό του. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι η γυναίκα του δεν του αποκάλυψε για τη σχέση της με τον Ελληνα σύντροφό της όταν πήγε να τον επισκεφτεί στη Βέροια, και ότι το έμαθε τυχαία απαντώντας αυτός σε ένα τηλεφώνημά του. Παραδέχτηκε μάλιστα ότι της έριξε ένα χαστούκι γιατί αυτή γύρισε και του είπε ότι θέλει να κάνει ένα παιδί με το φίλο της. Ισχυρίστηκε δε ότι ο Ελληνας σύντροφος της γυναίκας του τον απειλούσε ότι αν κατέβει στην Καλαμάτα θα τον σκοτώσει.

Ο κατηγορούμενος παρουσίασε τη σύζυγό του ως μια γυναίκα που δεν ήθελε να έχει στα πόδια της τα παιδιά τους και αναζητούσε την εύκολη ζωή. Παραδέχτηκε ότι ο ίδιος πήρε 17.000 ευρώ από τον κοινό τους λογαριασμό και είπε ότι το έκανε για να φέρει τα παιδιά τους από την Αλβανία.

Σε άλλο σημείο της απολογίας του δικαιολόγησε την αγορά του αλυσοπρίονου λέγοντας ότι το ήθελε για να πάει να κόψει ξύλα στη Σπάρτη, με έναν εργολάβο που είχε δουλέψει μαζί του και στο παρελθόν. Ερωτώμενος από το δικαστήριο γιατί έφτασε να κόψει τη γυναίκα του με το αλυσοπρίονο, ισχυρίστηκε ότι τσακώθηκαν γιατί αυτός ήθελε να την πάρει να φύγουν και να δουλέψουν στα χωράφια, ενώ εκείνη τον έβρισε χυδαία. Τότε -ισχυρίστηκε- θόλωσε και καθώς ήταν πιωμένος δεν ήξερε τι έκανε.



Αρνήθηκε ακόμη ότι στο νοσοκομείο γύρισε και είπε στον Ελληνα σύντροφο της γυναίκας του «τώρα σου τη χαρίζω». Επίσης διέψευσε τον αστυνομικό ο οποίος στην κατάθεσή του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του είπε πως το έκανε γιατί η γυναίκα του γύριζε με γκόμενους κι έτρωγε τα λεφτά. 

Post A Comment: